Πρώτη σελίδα
 
 Curriculum vitae
 Ημερολόγιο
 
 Ποιητικά
 Δοκίμια & άρθρα
 Μεταγραφές
 Συνεντεύξεις
 Τα επικαιρικά
 Ατάκτως ερριμμένα
 
 Κ.Κ. in Translation
 Εικονοστάσιον
 
 Ξενώνας
 Έριδες
 Florilegium
 
 
 Συνδεσμολόγιο
 Impressum
 Γραμματοκιβώτιο
 Αναζήτηση
 
 
 
 
 
 
 

 

 

Το γνωστό και το άγνωστο
ΕΝΑΣ ΡΟΥΜΑΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ



Νικολάε Στάινχαρτ, Το ημερολόγιο της ευτυχίας,
μετάφραση Ν. Κουκοβίνος, Μαΐστρος, Αθήνα 2007



ΑΝ ΠΙΣΤΕΨΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΧΑΡΤΕΣ, το Βουκουρέστι απέχει από την Αθήνα 740 περίπου χιλιόμετρα. Πεντακόσια τόσα χιλιόμετρα μεσολαβούν ανάμεσα στην ελληνική πρωτεύουσα και τη Σόφια. Άλλα τόσα χωρίζουν τη Θεσσαλονίκη από το Βελιγράδι, σχεδόν τα μισά τη Θεσσαλονίκη από τα Τίρανα. Ακόμη και μεταξύ χωρών που δεν μοιράζονται σύνορα κοινά, οι ευθύγραμμες αποστάσεις ακούγονται αναπάντεχα μικρές. Ανάμεσα στο βορειότερο άκρο της ελληνικής επικράτειας και το νοτιότερο της ρουμανικής, μεσολαβούν μόλις 220 χιλιόμετρα.

Απέναντι σ' αυτήν την ενδοβαλκανική εγγύτητα, οι αποστάσεις από τη Δυτική Ευρώπη φαντάζουν αποθαρρυντικές. Πάνω από χίλια χιλιόμετρα χωρίζουν την Αθήνα από τη Ρώμη, 1800 χιλιόμετρα από το Βερολίνο, 2100 χιλιόμετρα από το Παρίσι. 2400 χιλιόμετρα απλώνονται από εμάς ώς το Λονδίνο, σχεδόν 8000 χιλιόμετρα ώς τη Νέα Υόρκη.

Οι χάρτες δεν ψεύδονται βέβαια, όμως δεν λένε και όλη την αλήθεια. Αν οι αποστάσεις οι υλικές –εκείνες των μεταφορών, των συγκοινωνιών και του εμπορίου– είναι τέτοιες, σε ένα άλλο κρίσιμο πεδίο ανταλλαγών, αυτό του λόγου και των εννοιών, των λέξεων και των μορφών, οι αποστάσεις αυτές ισχύουν αντεστραμμένες. Όταν πρόκειται για τη λογοτεχνία, τον φιλοσοφικό στοχασμό, τις τέχνες, τις επιστήμες του ανθρώπου, η μακρύτητά μας από τις δυτικές μητροπόλεις, ακόμη και τις υπερατλαντικές, συρρικνώνεται δραματικά, σχεδόν εξαφανίζεται. Αντίθετα, εκείνη που μας χωρίζει από τους άμεσους γεωγραφικούς μας γείτονες, διευρύνεται τόσο πολύ, ώστε συχνά παρουσιάζεται χαώδης. Κι ενώ κάποια από τα σεπτά μας επιστημονικά ή καλλιτεχνικά ιδρύματα θα μπορούσαν κάλλιστα να εδρεύουν στην αριστερή όχθη του Σηκουάνα ή τη νότια όχθη του Τάμεση, αφού ιδέες που γεννιούνται εκεί μεταφέρουν εργολαβικώ τω τρόπω στα καθ' ημάς, την ίδια στιγμή οι όχθες του Δούναβη μοιάζει στα μάτια μας να έχουν μετατεθεί "στην άκρη άκρη ενός χάρτη απίθανου" (Οδ. Ελύτης).

Ας αναλογιστούμε για μια στιγμή. Αν παρακάμψουμε τον κοινό, κι ωστόσο πόσο έντονα αντιλεγόμενο 18ο αιώνα, τον αιώνα των Φαναριωτών, που το τελευταίο του επεισόδιο γράφτηκε ως γνωστόν στο Δραγατσάνι το 1821, τι μας είναι άραγε γνωστό από το παρόν και την πρόσφατη ιστορία των πάλαι ποτέ παραδουνάβιων ηγεμονιών; Ίσως ορισμένα βυθισμένα πια στην αχλύ του χρόνου παλαιότερα ονόματα: ο Ίων Λούκα Καρατζιάλε, λ.χ., ή ο Παναΐτ Ιστράτι. Αν υπήρξαν πράγματι ελληνο-ρουμανικές επαφές στον 20ό αιώνα, αυτές συντελέστηκαν μάλλον διά της τεθλασμένης: μέσω της γαλλικής πρωτίστως γλώσσας. Ο Τριστάν Τσαρά, ο θρυλικός πρωτεργάτης του νταντά και του υπερρεαλισμού, είναι για μας μια τέτοια περίπτωση. Ο Ευγένιος Ιονέσκο, ο Εμίλ Τσιοράν, ο Μιρτσέα Ελιάντε, κάποιες άλλες. Διαβάσαμε σχετικά πρόσφατα, μεταφρασμένα στα ελληνικά από τον Βίκτωρα Ιβάνοβιτς, τα πρώιμα ρουμανικά ποιήματα του Πάουλ Τσελάν. Είναι μάλλον βέβαιο ότι αν ο Τσελάν δεν ήταν αυτός που έγινε, ένας γερμανόφωνος ποιητής δηλαδή, αν έμενε πιστός στην Μπουκοβίνα και τη ρουμανική γλώσσα, δεν θα σήμαινε για μας κάτι περισσότερο από ένα ακόμη εξωτικό όνομα – όπως τόσα άλλα.






ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ, είκοσι χρόνια σχεδόν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, αποφασιστική μεταβολή δεν φαίνεται να έχει επέλθει. Αφού και μόνη η άγνοιά μας αρκεί ώστε να καταστήσει γεγονός εξαιρετικό αυτό που θα έπρεπε να είναι εντελώς φυσικό: τη μετάφραση δηλαδή ενός αξιόλογου Ρουμάνου συγγραφέα στα ελληνικά. Το γεγονός γίνεται περισσότερο αξιοσημείωτο επειδή στην παρούσα περίπτωση, ο συγγραφέας αυτός φτάνει στα ελληνικά όχι εκ των υστέρων, έχοντας δηλαδή εξαργυρώσει προηγουμένως την φήμη του στα μητροπολιτικά κέντρα της Δυτικής Ευρώπης ή της Βόρειας Αμερικής, και αφού πρώτα έχει παρέλθει καιρός από την καθιέρωσή του εκεί. Ο Νικολάε Στάινχαρτ και το Ημερολόγιο της Ευτυχίας φτάνουν στα ελληνικά ακολουθώντας την ευθεία οδό της αδιαμεσολάβητης, της πρωτόπειρης όπως θα την έλεγα, μετάφρασης. Με αυτόν τον τρόπο, οι συντελεστές της έκδοσης οικοδομούν μια γέφυρα προς έναν γειτονικό μας πολιτισμό και μας προτρέπουν να την διανύσουμε, προκειμένου να τον περιεργαστούμε με τα δικά μας μάτια, και βασισμένοι αποκλειστικά στη δική μας ευαισθησία και κρίση.







Ο αναγνώστης που θα αποτολμήσει να διαβεί τη γέφυρα αυτή, πιστεύω ότι θα αποζημιωθεί διπλά. Το Ημερολόγιο της Ευτυχίας συμποσώνει μέσα του σε μια ενότητα που ξέρει κάποτε να γίνεται συνταρακτική, και τα δύο εκείνα στοιχεία που κάνουν ένα καινούργιο ανάγνωσμα θελκτικό – το γνωστό όσο και το άγνωστο. Το γνωστό, γιατί το πνευματικό υπόβαθρο πάνω στο οποίο πατά ο συγγραφέας του μας είναι βιωματικά οικείο. Εννοώ βέβαια τον κόσμο της ορθόδοξης Ανατολής. Δεν ξέρω κατά πόσο ευστοχεί ο παραλληλισμός του Στάινχαρτ με τον Παπαδιαμάντη. Το να συγκρίνει κανείς δυο ατομικότητες τόσο ξεχωριστές είναι ίσως χρήσιμο όταν σκοπός του είναι να συστήσει στους θαυμαστές του ενός το έργο του άλλου, που ώς τώρα εκείνοι αγνοούν, παραμένει όμως πάντοτε παρακινδυνευμένο. Μπορώ ωστόσο να εικάσω, και να εικάσω με ασφάλεια, ότι απέναντι στον Γάλλο ή τον Βρεταννό λ.χ., ο Έλληνας αναγνώστης του Στάινχαρτ πλεονεκτεί. Η εξοικείωσή του με τον κόσμο της Ορθοδοξίας και τα σύμβολά της του επιτρέπει να εισδύσει ευχερέστερα στην ενδοχώρα του Ημερολογίου. Αλλά και να διαπιστώσει ότι το παμπάλαιο ιστορικό νήμα που συγκρατεί αναμεταξύ τους τους λαούς του κομματιού αυτού της Ευρώπης, νήμα που ώς χθες ακόμη φάνταζε κομμένο, αντέχει ακόμη.

Από την άλλη πλευρά, ο Έλληνας αναγνώστης του Στάινχαρτ θα έρθει αναπόφευκτα αντιμέτωπος και με το άγνωστο. Εξηγούμαι. Οι πολιτικές ή στρατιωτικές ή οικονομικές συνέπειες της ψυχροπολεμικής διαίρεσης της Ευρώπης από το 1945 ώς το 1989 (στην περίπτωση της Ρουμανίας από την ανατροπή του καθεστώτος Αντωνέσκου τον Αύγουστο του 1944 ώς την εξέγερση του Δεκέμβρη του 1989 που οδήγησε στην πτώση και την εκτέλεση του Νικολάε Τσαουσέσκου) δεν διαφεύγουν ασφαλώς από κανέναν. Λιγότερο εύκολο υπήρξε ανέκαθεν να αποτιμηθούν οι συνέπειές τους στον χώρο της γραφής, της τέχνης και των ιδεών.

Σκέφτομαι τώρα πόσο δύσκολο είναι για τον σημερινό, ιδίως τον νεαρό, Έλληνα αναγνώστη, να προσεγγίσει τον κόσμο του Στάινχαρτ, αυτόν τον κόσμο που στο βιβλίο του προβάλλει αποσπασματικός κατά τη μορφή, κι ωστόσο παράδοξα ακέραιος. Οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις, η βιωματική πρώτη ύλη πριν απ' όλα, απουσιάζουν. Οι πολιτικές περιπέτειες της Ελλάδας στον Μεταπόλεμο μπορεί να υπήρξαν θυελλώδεις και τραυματικές, ο "Τριακονταετής Πόλεμος", όπως αποκαλούσε ο Αλέξανδρος Κοτζιάς την περίοδο 1944-1974, από τα Δεκεμβριανά ώς την Απριλιανή δικτατορία, να άφησε βαθιά τα σημάδια του στο συλλογικό μας υποσυνείδητο, ωστόσο δύσκολα θα μπορούσε να συγκριθεί με τον υπαρκτό σοσιαλισμό ρουμανικής κοπής. Ο αναγνώστης του Κιβωτίου του Άρη Αλεξάνδρου μπορεί ίσως να υποψιαστεί, να νιώσει ίσως πάνω του τον ίσκιο του ολοκληρωτισμού, το βέβαιο όμως είναι ότι τέτοιον ολοκληρωτισμό, τέτοιο συντεταγμένο καθεστώς πολιτικής καταπίεσης και ανελευθερίας, οι Έλληνες δεν το έζησαν.

Όπου οι βιωματικές παραστάσεις απουσιάζουν, το κενό καλείται πάντοτε να το καλύψει η φαντασία. Πρόκειται για ό,τι ο Τέλλος Άγρας αποκαλούσε "συμπαθητική φαντασία", για την ικανότητα δηλαδή του αναγνώστη να προσεγγίζει συμπάσχοντας, ωσάν να τις είχε πράγματι υποστεί, καταστάσεις και συναισθήματα που του είναι βιωματικά πρωτόγνωρα. "Είμαι άνθρωπος, τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο", έγραφαν οι Λατίνοι. Δεν ξέρω πόσοι από εμάς μπορούν να συλλάβουν με μόνη τη δύναμη της σκέψης τι σημαίνουν στην πράξη οι τρεις εκείνοι τρόποι που περιγράφει ο Στάινχαρτ στην Πολιτική του Διαθήκη, ως τις μόνες οδούς διαφυγής από τον κλοιό της συγκεντρωτικής κοινωνίας: Κατά σειρά και εναλλάξ: Η προκαταβολική και αυτοθέλητη αποδοχή του θανάτου, η πλήρης και ανέμελη αγνόησή του, ο ευθύς και ανυποχώρητος αγώνας εναντίον του.

"Άλλοι τρόποι", γράφει ο Στάινχαρτ, "για να βγει κανείς από μια οριακή κατάσταση… από τους διαδρόμους ενός λαβυρίνθου ή ενός ανακριτικού δωματίου, από το φόβο, τον πανικό, από οποιαδήποτε παγίδα, εγώ δεν ξέρω να υπάρχουν. Μόνο αυτοί οι τρεις".

Και σαν να διαισθάνεται την αμηχανία, τους ενδοιασμούς των μελλοντικών του αναγνωστών, τους ενδοιασμούς όλων εμάς δηλαδή, προσθέτει:

"Μπορεί ίσως να πείτε πως οι τρόποι που σας προτείνονται κρύβουν μέσα τους μια μορφή ζωής, που ισοδυναμεί με τον θάνατο ή και κάτι χειρότερο από το θάνατο, ή ότι ανά πάσα στιγμή μέσα σ' αυτούς τους τρόπους παραμονεύει ο θάνατος. Όσο γι' αυτό να είστε σίγουροι. Έτσι είναι. Εκπλήσσεστε; Αν ναι … τότε δεν έχετε καταλάβει ακόμη ότι ο ολοκληρωτισμός δεν είναι απλώς μια οικονομική, βιολογική ή κοινωνική θεωρία, αλλά η εκδήλωση μιας έλξης προς τον θάνατο. Όμως το μυστικό όλων εκείνων που δεν προσαρμόζονται στο χάος του ολοκληρωτισμού είναι απλό: όλοι αυτοί αγαπούν τη ζωή, όχι τον θάνατο."






ΑΠΟΚΑΛΕΣΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ του Στάινχαρτ αποσπασματικό κατά τη μορφή, κι ωστόσο ακέραιο. Κλείνοντας, χρωστώ ίσως μιαν εξήγηση. Το χρονικό ανάπτυγμα του βιβλίου καλύπτει μια περίοδο σαράντα και πλέον ετών, από το 1928 ώς το 1971. Τα κείμενα που συνθέτουν το Ημερολόγιο, φέρουν τις περισσότερες φορές έναν χρονικό ή τοπικό δείκτη ή πάντως τον υπαινίσσονται: "Λονδίνο, Μάιος 1939"· "Καλοκαίρι στη Ζιλάβα"· "Στην ασφάλεια, Ιούνιος 1961". Αντίθετα όμως προς ό,τι είναι ο κανόνας στα συνήθη ημερολόγια, η χρονολογική κατάταξη των εγγραφών στο βιβλίο του Στάινχαρτ δεν είναι γραμμική. Ο συγγραφέας, όπως άλλωστε το ομολογεί, ανατρέχει ελεύθερα στο παρελθόν, γράφοντας μάλιστα όχι παράλληλα με τα συμβάντα που περιγράφει αλλά ως απομνημονευματογράφος, εκ των υστέρων. Εξίσου ελεύθερη είναι και η ειδολογική ταυτότητα των σημειώσεών του. Αφήγηση, περιγραφή, δοκιμιακός βηματισμός ή αποφθεγματικός λόγος, φιλοσοφικοί ή θεολογικοί προβληματισμοί, παραθέματα από διαλόγους και στίχους, όλοι αυτοί οι αποκλίνοντες τρόποι γραφής ενισχύουν την εικόνα ενός όλου αποσπασματικού, που θυμίζει τον κατακερματισμένο, θραυσματικό, συνειρμικό λόγο της μοντέρνας λογοτεχνίας.

Παρά ταύτα, όπως στα άξια έργα αυτής της τελευταίας, έτσι και εδώ, εκείνο που εντέλει αποκομίζει ο αναγνώστης είναι η εικόνα ενός εκφραστικού σύμπαντος εύτακτου και συγκροτημένου. Κατά κάποιο τρόπο, η ενότητα του βιβλίου του Στάινχαρτ είναι ο ίδιος ο Στάινχαρτ. Και είναι ακριβώς η ιδιαιτερότητα της ματιάς του συγγραφέα που συνέχει το ετερόκλιτο, δυσπειθάρχητο υλικό του και συγκροτεί πέρα από μια ιστορικά αξιόλογη μαρτυρία κι έναν εκφραστικό κόσμο πρωτογενή. Πάει να πει: μια λογοτεχνικά κατορθωμένη μορφή.

Είναι αλήθεια ότι ο ημερολογιακός τρόπος γραφής επικρίθηκε συχνά στην διάρκεια του 20ου αιώνα για τις ενδιάθετες αδυναμίες του. "Λογοτεχνικό αδιέξοδο" τον είπαν. Κι όμως, είναι τον ίδιο αυτόν αιώνα που η ημερολογιακή γραφή οδηγήθηκε ίσως στα πιο σημαντικά της επιτεύγματα. Δίχως αυτά, η λογοτεχνία των τελευταίων εκατό ετών θα φάνταζε κατά πολύ φτωχότερη. Από τα Τετράδια του Πωλ Βαλερύ ώς το Επιτήδευμα της ζωής του Τσέζαρε Παβέζε, και από τα Σημειωματάρια του Μαξ Φρις ώς τις Μέρες του Γιώργου Σεφέρη, τα παραδείγματα είναι πολλά. Σ' αυτή τη χορεία, νομίζω, έρχεται σήμερα να διεκδικήσει τη θέση του το Ημερολόγιο της Ευτυχίας του Νικολάε Στάινχαρτ.


Πρώτη δημοσίευση:
περ. ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τχ. 1809, Μάρτιος 2008

[ 7. 6. 2008 ]


Content Management Powered by UTF-8 CuteNews

© Κώστας Κουτσουρέλης